Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Εγκυμοσύνη και Διαβήτης- Diabetes and pregnancy




















Ενδιαφέρον site, που μιλάει για την εγκυμοσύνη των διαβητικών γυναικών και το τι πρέπει να προσέχουμε για να έχουμε μια υγιή εγκυμοσύνη. Η ρύθμιση της γλυκόζης πρέπει να είναι καλύτερη πριν και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. 'Ετσι, δεν υπάρχει κίνδυνος για επιπλοκές κατά τον τοκετό.
"Αν σκέφτεστε να μείνετε έγκυος, ενημερώστε τους γιατρούς σας που σας παρακολουθούν και εκείνοι θα σας βοηθήσουν να ελέγξετε το διαβήτη σας πριν από τη σύλληψη. Πρέπει να έχετε πρόσβαση σε ιατρικές συμβουλές και υποστήριξη. Είναι προτιμότερο για μια γυναίκα να περιμένει τουλάχιστον μέχρι να περάσει την ηλικία των είκοσι ετών, πριν μείνει έγκυος, καθώς μια εγκυμοσύνη στην εφηβεία σηματοδοτεί αυξημένους ιατρικούς κινδύνους τόσο για το μωρό (πρόωρος τοκετός, επιπλοκές του νεογνού) όσο και για τη μητέρα (αναιμία, εκλαμψία ή προεκλαμψία).
Ένα από τα πρώτα πράγματα που ρωτά μια γυναίκα με διαβήτη και η οικογένειά της είναι αν θα μπορεί να αποκτήσει παιδιά. Η εγκυμοσύνη ασκεί κάποια πίεση σε κάθε γυναίκα, δεν υπάρχει όμως λόγος να αποθαρρύνουμε τις γυναίκες με διαβήτη από την απόκτηση παιδιών. Οι πιθανότητες της μητέρας να αναπτύξει επιπλοκές του διαβήτη μελλοντικά δεν επηρεάζονται από την εγκυμοσύνη. Από τα παιδιά που γεννιούνται σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, περίπου 0,3% έχουν διαβητική μητέρα. Σχεδόν 70% από αυτές τις μητέρες πάσχουν από διαβήτη τύπου 1. Ο διαβήτης κύησης (μια μορφή προσωρινού διαβήτη που προκύπτει κατά την εγκυμοσύνη) επηρεάζει 3-5% των κυήσεων. Τα συμπτώματα του διαβήτη συνήθως εξαφανίζονται μετά τον τοκετό, αλλά οι γυναίκες αυτές έχουν αυξημένες πιθανότητες (40-60%) να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους.
Αν το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα της μητέρας είναι υψηλό, υπάρχουν πιθανότητες να επηρεαστεί το έμβρυο. Εντούτοις, αν κατά το χρόνο σύλληψης και τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης η γυναίκα έχει καλό έλεγχο του σακχάρου της και τιμές HbA1c παρόμοιες με ατόμου χωρίς διαβήτη, παλαιότερες μελέτες δείχνουν ότι ο κίνδυνος συγγενών ανωμαλιών ή αποβολής δεν υπερβαίνει το μέσο όρο. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η μητέρα παρουσιάζει επιπλοκές του διαβήτη. Ο κίνδυνος μεγαλώνει με την αύξηση της HbA1c και προσεγγίζει το 25%, όταν η HbA1c υπερβαίνει το 11%. Είναι επομένως πολύ σημαντικό να προγραμματίσετε την εγκυμοσύνη σας, αν είναι δυνατόν, και να προσπαθήσετε να διασφαλίσετε ότι η HbA1c σας βρίσκεται κάτω από το 7%, πριν μείνετε έγκυος. Πιο πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ίσως αυτή η τιμή δεν είναι αρκετά χαμηλή.
Σύμφωνα με μια μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα παιδιά διαβητικών μητέρων εμφάνισαν σημαντικές συγγενείς ανωμαλίες σε ποσοστό 4,2%, σε σχέση με το 2,1% του γενικού πληθυσμού. Ένα τέταρτο των γυναικών με παιδί με συγγενή ανωμαλία είχε HbA1c με τιμή κάτω του 7% μέχρι τη 13η εβδομάδα της κύησης. Παρ’ όλα αυτά, έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι ακόμη και μια υψηλή τιμή HbA1c κατά την εγκυμοσύνη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το μωρό σας θα έχει πρόβλημα. 50% των γυναικών με υψηλή HbA1c (πάνω από 10%) έχουν φυσιολογική εγκυμοσύνη.
Οι περισσότερες σημαντικές δυσπλασίες μπορούν να εντοπιστούν με υπερηχογράφημα ή εξέταση αίματος. Τα μωρά γυναικών με διαβήτη τύπου 2 διατρέχουν κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών και προβλημάτων κατά τη γέννηση αντίστοιχο με τα μωρά εκείνων με διαβήτη τύπου 1. Υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες συγγενών ανωμαλιών και δυσκολιών τοκετού, ακόμη και σε περιπτώσεις διάγνωσης του διαβήτη κατά την εγκυμοσύνη (διαβήτης κύησης). Αυτές οι πιθανότητες συνδέονται με το διαβήτη της μητέρας και δεν ισχύουν όταν μόνο ο πατέρας είναι διαβητικός.
Οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη μπορεί να ελαττωθούν κατά τα πρώιμα στάδια της εγκυμοσύνης, ειδικά αν η γυναίκα παρουσιάζει προβλήματα αδιαθεσίας. Στη συνέχεια, η ποσότητα της απαιτούμενης ινσουλίνης αυξάνεται σταθερά σχεδόν μέχρι την ολοκλήρωση της κύησης (36-38 εβδομάδες), όταν φτάνει σχεδόν στο διπλάσιο της ποσότητας πριν από την εγκυμοσύνη. Αυτή η αυξημένη ανάγκη για ινσουλίνη αποδίδεται στην πρόσληψη βάρους κατά την κυοφορία, καθώς και στην έκκριση ορμονών από τον πλακούντα, οι οποίες ενεργούν αντίθετα προς την ιδιότητα της ινσουλίνης να χαμηλώνει το επίπεδο σακχάρου στο αίμα. Η μέση πρόσληψη βάρους κυμαίνεται στα 11-12 kg (24-26 lb), αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις από άτομο σε άτομο.
Αν και οι οφθαλμικές και νεφρικές βλάβες μπορεί να επιταχυνθούν από την εγκυμοσύνη, οι αλλαγές αυτές, σύμφωνα με μελέτη του DCCT, είναι αναστρέψιμες μετά την ολοκλήρωσή της. Από την άλλη, αν τα νεφρά της μητέρας έχουν υποστεί βλάβη, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος καθυστέρησης στην ανάπτυξη του εμβρύου και πρόωρου τοκετού.
Οι σύντομες περίοδοι υπογλυκαιμίας δεν είναι επικίνδυνες για το κυοφορούμενο. Εντούτοις, η σοβαρή υπογλυκαιμία με κρίσεις ή λιποθυμίες μπορεί να κρύβει κινδύνους. Τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να οξύνουν τις πρωινές αδιαθεσίες κατά την εγκυμοσύνη. Η έντονη αδιαθεσία είναι δυνατόν να δυσκολέψει το φαγητό σε τακτά διαστήματα, οδηγώντας σε υπογλυκαιμία. Εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος. Η χρήση αντλίας ινσουλίνης είναι ενδεχομένως ένας αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης αυτών των προβλημάτων.
Η γλυκόζη στο αίμα της μητέρας περνά εύκολα στο αίμα του εμβρύου μέσω του πλακούντα. Με αυτό τον τρόπο, το μωρό καταναλώνει σημαντικό μέρος της γλυκόζης της μητέρας, προκαλώντας αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας, όταν εκείνη δεν τρέφεται κανονικά. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει την ανάγκη περισσότερων σνακ κατά τη διάρκεια της ημέρας και να αυξήσει τον κίνδυνο νυχτερινής υπογλυκαιμίας.

Αν το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα της μητέρας είναι αυξημένο, μέρος της γλυκόζης διοχετεύεται μέσω του πλακούντα στο μωρό – του οποίου το πάγκρεας μπορεί να παραγάγει αρκετή ινσουλίνη για να μεταβολίσει τα πρόσθετα σάκχαρα. Αντιθέτως, ο πλακούντας δεν επιτρέπει στην ινσουλίνη να περάσει πίσω στη μητέρα. Αν η μητέρα έχει υψηλό σάκχαρο αίματος για μεγάλο μέρος της εγκυμοσύνης, το μωρό θα αναπτυχθεί γρηγορότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε και μέχρι τον τοκετό θα έχει πάρει υπερβολικό βάρος. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα κατά τον τοκετό.

Ακόμη και αν η HbA1c ελέγχεται πλήρως κατά τη διάρκεια της κύησης, το παιδί μπορεί να έχει πάρει υπερβολικό βάρος μέχρι τη γέννα. Σύμφωνα με μια μελέτη, τα πλέον κρίσιμα επίπεδα σακχάρου στο αίμα κρίνονται εκείνα μετά τα γεύματα. Η σύσταση που διατυπώνεται στη μελέτη αυτή είναι να στοχεύετε σε τιμή σακχάρου στο αίμα γύρω στα 130 mg/dl (7,3 mmol/l), μία ώρα μετά το γεύμα. Με χαμηλότερες τιμές προκύπτει κάποιος κίνδυνος ελαφριάς καθυστέρησης στην ανάπτυξη του μωρού μέχρι τη γέννα, παρά αύξησης βάρους.

Κατά τη διάρκεια του τοκετού τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερα στα φυσιολογικά, καθώς το υψηλό σάκχαρο προκαλεί αυξημένη παραγωγή ινσουλίνης από το βρέφος. Αυτό σημαίνει ότι το μωρό θα δυσκολευτεί περισσότερο να αντιμετωπίσει τη μερική έλλειψη οξυγόνου που συνεπάγεται ακόμη και ένας φυσιολογικός τοκετός. Όταν κοπεί ο ομφάλιος λώρος, η υψηλή παραγωγή ινσουλίνης από το μωρό θα συνεχιστεί, προκαλώντας πτώση του σακχάρου στο αίμα του. Επομένως, το μωρό μια μητέρας με διαβήτη θα παρακολουθείται προσεκτικά με πρόσθετες μετρήσεις του σακχάρου αίματος. Αν το μωρό πάθει υπογλυκαιμία, θα του γίνει ενδοφλέβια χορήγηση γλυκόζης. Το παιδί θα λάβει επίσης πρόσθετη τροφή κατά το πρώτο διάστημα, πριν η μητέρα αρχίσει να παράγει γάλα.
Οι ημερήσιες ανάγκες της γυναίκας σε ινσουλίνη μειώνονται γρήγορα μετά τον τοκετό, επιστρέφοντας στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα, έπειτα από μόλις μία εβδομάδα. Οι μητέρες που θηλάζουν συνήθως χρειάζεται να ελαττώσουν τις δόσεις ινσουλίνης σε επίπεδα χαμηλότερα σε σχέση με πριν από την εγκυμοσύνη, για να αποφύγουν την υπογλυκαιμία. Αν δεν μειωθούν σημαντικά, η μητέρα διατρέχει σαφή κίνδυνο σοβαρής υπογλυκαιμίας. Έπειτα από λίγες εβδομάδες ή μήνες, οι δόσεις της ινσουλίνης αναμένεται να επανέλθουν στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα. Ο θηλασμός μειώνει το σάκχαρο του αίματος, με συνέπεια να απαιτείται ένα σνακ με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκειά του. Είναι επίσης πιθανό να χρειάζεται η κατανάλωση σνακ ενωρίς ή αργά το βράδυ."

Δεν υπάρχουν σχόλια: