Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Επιστροφή στη πατρίδα της ψυχής




Από πάντα υπήρχε το πατρικό στην Πελοπόννησο, 
που της χάριζε στέγη τα καλοκαίρια, 

παιδικά όνειρα κάτω από φεγγαράδες, θάλασσα, 
το ψαθάκι του παππού, 
ήλιο και περπάτημα χωρίς πέδιλα όσο μπορεί να αντέξει, 
μέχρι τον περίβολο της Αγίας Κυριακής με τα βότσαλα, 
με τη παρέα των παιδιών του χωριού κάτω από το καμπαναριό,
να σχεδιάζουν το επόμενο παιχνίδι, 
που και πως.

Εκκλησία, γαντζωμένη από το χεράκι της γιαγιάς, 
όλοι οι χωριανοί να σε φιλάνε λες και είναι συγγενείς, 
να σε ρωτάνε ποιανού είσαι, πως σε λένε και πόσων χρονών, 
προσκύνημα το Δεκαπενταύγουστο, 
οι παραδοσιακές μουσικές, 
η χαρά από το κρασί του παππού, 
να βλέπεις τον παππού να γελάει και να ετοιμάζει το φαγητό, 
εικόνες χαμένες μέσα στο παιδικό μυαλό πεντάχρονου, 
που αναδύονται και δίνουν το παρόν σε αντίθεση με την έλλειψη πολιτισμού, χρημάτων και το συνεχές βουητό του κουτσομπολιού. 
Ας είναι, τους αγαπάει αυτούς τους ανθρώπους, 
ακόμα κι αν την κοιτάνε με μισό μάτι, 
όταν περνάει από την πλατεία του χωριού και την συζητάνε, 
γιατί είναι μεγαλωμένη με έναν διαφορετικό τρόπο ζωής από το δικό τους…

Τελείωσε η δουλειά, 
πληρώθηκαν οι ξένοι εργάτες, 
και περίμενε να πάρει το ελαιόλαδο έτοιμο, συσκευασμένο. 
Προτού, πήγε στη Λάκα, την Ντομάτα, την Αγκινάρα, το  Αραποσίτι και τα Λιόδεντρα, 
καλλιεργημένες περιοχές γύρω από το χωριό 
που ήταν τα αντίστοιχα χωραφάκια.
Το καλοκαίρι, 
ο χωματόδρομος μύριζε όλος μάραθο, που φύτρωνε στην άκρη του δρόμου, 
το μάζευαν και έφτιαχναν πίτες.
Και την άνοιξη, 
μερικά χωράφια ήταν μωβ, 
από τη άγρια λεβάντα, 
που μοσχοβολούσε όταν την έτριβες ανάμεσα στις παλάμες σου.
 Σε άλλα χωράφια, το χρόνο της αγρανάπαυσης, 
άφηναν να φυτρώσει γλυκόριζα, 
μάζευαν τις ρίζες το φθινόπωρο 
και έφτιαχναν γιατρικό για το κρύωμα, 
το χειμώνα που ερχόταν.
Αναρωτιόταν: 
όλα αυτά τα άκουσε ή τα έζησε ξανά στο παρελθόν; 
Στο γυρισμό έχασε το δρόμο. 
Αναμενόμενο. 
Μόνο που δεν ένιωσε φόβο, στο ύπαιθρο, 
κοίταξε το φεγγάρι, 
όλα ήταν οικεία, 
προσανατολίστηκε με έναν παλιό χάρτη του μυαλού 
και έφτασε στο σπίτι.

Κοιμήθηκε στο ξύλινο κρεβάτι, 
ακούγοντας ήχους της σιωπής 
και ξύπνησε από πουλιά, 
καρδερίνα σε δέντρο του κήπου και αηδόνι στο περβάζι. 
Ο καφές, ελληνικός στο γκαζάκι, 
βαρύς γλυκός με καϊμάκι μια χαρά, 
όπως τον έφτιαχναν εδώ και 60 χρόνια, 
σε φλιτζάνι από την προίκα της γιαγιάς. 
Χαμογέλασε, τόση νοσταλγία, 
σε λίγο θα φορέσει το «μαντιλώ»της ρουμελιώτισσας 
και θα πάει να μαζέψει φρούτα από τα δέντρα του κήπου. 
Αστείο ή αληθινό;

Ήξερε ότι 
πατρίδα είναι οι άνθρωποι και όχι οι σημαίες και τα σύνορα. 
Γι’ αυτό και η ουτοπία της επιστροφής στην πατρίδα της ψυχής γίνεται αληθινή. Κάθε φορά
που θυμάσαι τους ανθρώπους και τις ψυχές. 
Ενώ αναλογίζεσαι από πού ξεκίνησες, 
που περιπλανήθηκες 
και που θέλεις να πας.

1 σχόλιο:

mia είπε...

Ομορφες εικόνες...όμορφες σκέψεις....όμορφα να υπάρχει μια πατρίδα ...ένα σπιτάκι πατρικό....φιλάκια καλό ΣΚ...