Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Ο Άγιος Δημήτριος του "μη με ξεχάσεις"

Μου έδωσε την εντύπωση πως «πρέπει». Περίεργο, τα «πρέπει» δεν σήμαιναν ποτέ τίποτα στην ζωή του. «Να είμαστε ανάμεσα σε άλλους, μέσα στην κοινωνία». Κι έτσι πήγα μαζί του. Προχώρησε κουρασμένος. Νόμιζα ότι έφταιγε απλά το ότι ο δρόμος ήταν ανήφορος. Όμως, πάντα δεν είναι; Ξεχνούσα ότι πάντα έπαιρνε τον δύσκολο μακρύ δρόμο.
Πλησιάσαμε αργά, σπρώχνωντας ανάμεσα στο πλήθος. Δεν μιλούσε, δεν σχολίαζε όπως πάντα. Έτσι άρχισα να σχολιάζω εγώ. Για τους μετανάστες, που είχαν κατακλύσει την περιοχή μας, που πουλούσαν εικόνες, με νέον φωτάκια να αναβοσβήνουν, κιτς καθολικά είδωλα, που προσφέρονταν από μουσουλμάνους πακιστανούς. Για ασιάτες που δεν πίστευαν σε κανέναν θεό και πουλούσαν γυναικεία εσώρουχα και φόρμες και τζην, λες και ήταν στο παζάρι της λαικής. Για μοναχές που έφερναν έσοδα στην επαρχιώτικη μονή τους, πουλώντας το Χριστό με μορφή κεριού στις ευσεβείς συνταξιούχες και γεροντοκόρες θεούσες συνομίληκες τους, που έμεναν στην Αθήνα, και ζητούσαν οδηγίες για το προσκύνημα-τάμα τον άλλο μήνα, στο μοναστήρι του «Καθαρού Αέρα». Είπα: πουλάμε την πίστη μας ή ξεπουλάμε τον εαυτό μας; Εκείνος σιωπηλός. Δεν είχε την δύναμη να πει δυο κουβέντες για την κοινωνική παθογένεια της λαθρομετανάστευσης, ούτε για το ξεπούλημα της ψυχής…Τα άσχημα προμηνύματα, διαίσθησης γυναικείας, συννέφιασαν τον ουρανό μου. Ήξερα και τον άφησα μόνο του. Να προχωρά βήμα βήμα στον ανήφορο. Τότε ήταν η κρίσιμη στιγμή για να δεχτεί βοήθεια. Δεν ζήτησε, δεν δέχτηκε ποτέ. Όχι γιατί ήταν άντρας. Αλλά γιατί αν σωριαζόταν στα χέρια μου, δεν θα μπορούσα να τον κουβαλήσω σπίτι μας.
Το πανηγυράκι συνεχιζόταν στο περίβολο. Έξω ακούγονταν δυνατά ηπειρώτικα, από την καντίνα με τα σουβλάκια. Και από τον πάγκο με τα φτηνιάρικα Cd, ακούγεται η επιτυχία του νέου κρητικού οργανοπαίχτη Ψαροκόκκαλου. Κάποιοι χοροπηδούσαν ήδη με τις χοντρές κοιλιές τους στον αέρα, μερακλωμένοι από τις κερασμένες ρακές. Η ανυπόφορη τσίκνα των δήθεν θυσιών, μου ‘φερε αναγούλα. Προσπεράσα τη χαρά των μεθυσμένων υποκριτών, που έψαχναν ευκαιρία να πιουν για να ξεχάσουν την τελειωμένη ζωή τους.
Εκείνος είχε ήδη φύγει. Ζήτησε καταφύγιο μέσα στο ναό και μου είπε: κάθισε. Μέσα στην ησυχία, δεν μιλούσε κανείς μας. Πολλή ώρα σιωπή, κατανυκτική καλόδεχτη επικοινωνία χωρίς λόγια. Μου είπε: μη μιλάς. Και μετά, χωρίς να με κοιτάει: μη με ξεχάσεις. Μετά σηκώθηκε και βγήκε έξω. Στο κομφούζιο της ζωής, στο φαντάζιο της βαβούρας των ημιευτυχισμένων ανθρώπων του ώπα.
Ζαλίστηκε, κλονίστηκε αλλά δεν έπεσε. Προχώρησε ως τις βυζαντινές εικόνες, μια από αυτές την πήρε μαζί του τελικά, μαζί με την «Κώμη Της Βερενίκης», το βιβλίο που δεν πρόλαβε να διαβάσει. Αυτό που αγόρασε για μένα ήταν μια μικρή τέτρακτυς. Την έκρυψε μέσα στην φούχτα του, άνοιξε τη δική μου, την φώλιασε μέσα και μου είπε: «να το φοράς».
Μετά ξεκίνησε το δρόμο του γυρισμού. Λίγα βήματα, σταματούσε, η δύσπνοια, ξεκινούσε, ο βήχας. Άρχισε να παραπαίει, κοντά στην μικρή πλατεία. Πιάστηκε από τον τοίχο ενός εγκαταλελειμένου νεοκλασικού των Αμπελοκήπων. Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Εγώ περπατούσα πίσω του πια. Άπλωσε το χέρι: πρέπει να με πας σπίτι. Δεν πρόλαβα. Άρχισε έναν παροξυσμικό βήχα που άφησε αίμα στην παλάμη του. Το δικό του προσωπικό πνευμονικό οίδημα, αυτό που περίμενε πάντα. Μου είπε: πάμε τώρα. Φτάσαμε δίπλα, στο σπίτι μας, σφιχτά αγκαλιασμένοι, στηρίζοντας ο ένας τις τραγικές ανασφάλειες του άλλου. Δε τον ξαναείδα ποτέ έτσι.
 Έφυγε δέκα μέρες μετά, σχεδόν είκοσι χρόνια πριν. Μην ανησυχείς, ψυχή μου, εγώ δεν ξεχνάω..

Δεν υπάρχουν σχόλια: